του Γιάννη Διατσίδη
φωτογραφία : Στέλλα Κωτσούλα
Ένα αγαπημένο μοντέλο της ελληνικής αγοράς και όχι μόνο, είναι η V-STROM της Suzuki. Εμφανίστηκε το 2002 στη μεγάλη έκδοση DL 1000 και το 2004 ήταν το μικρότερο 650 αυτό που εκτόξευσε τις πωλήσεις. Με όγκο σαν του μεγάλου αδερφού, η V-STROM 650 έγινε το αγαπημένο μοντέλο αυτών που ήθελαν μία μοτοσυκλέτα που να τραβάει τα βλέμματα, να είναι προσιτή στην τιμή και εύκολη στην οδήγηση ακόμα και για αυτούς που από παπί ανέβηκαν σε μια μεγάλη μοτοσυκλέτα.


Τα χρόνια πέρασαν, το κοινό άρχισε να διαφοροποιείται και στην αγορά εμφανίστηκαν υποκατηγορίες. Τα περισσότερα εργοστάσια για κάθε μοντέλο τους έχουν δύο ή και περισσότερες εκδόσεις και έτσι γεννήθηκε η V-STROM 800 DE: η άγρια έκδοση της V-STROM!
Η SUZUKI την οποία δοκιμάζουμε σήμερα παρουσιάστηκε το 2023 και ουσιαστικά μέχρι σήμερα το μόνο που αλλάζουν είναι οι χρωματισμοί. Και οι τρεις χρωματισμοί: κίτρινο, μαύρο και το άσπρο-μπλε το οποίο είχαμε στη διάθεσή μας, δημιουργούν ένα πανέμορφο σύνολο που δεν περνά απαρατήρητο. Η έκδοση DE, είναι αυτή με τον πιο Adventure χαρακτήρα, έχοντας τροχό 21 ιντσών εμπρός, ζάντες με ακτίνες και μεγάλες διαδρομές αναρτήσεων, ενώ η V-STROM 800 (σκέτο χωρίς το DE που δηλώνει Dual Explorer), είναι η βασική έκδοση με περιορισμένες δυνατότητες στο χώμα.

Η δοκιμή της DE, συνδυάστηκε με ένα ταξίδι στους Παξούς με δύο άτομα, γράφοντας πάνω από 1000 χλμ σε πραγματικές συνθήκες, δηλαδή τη χρήση που θα έκανε ο μέσος ιδιοκτήτης μιας τέτοιας μοτοσυκλέτας. Μάλιστα η συγκεκριμένη V-STROM «φορούσε» τα χωμάτινα Bridgestone AX41 (40% άσφαλτος - 60% χώμα), λάστιχα που πάντα θέλαμε να δούμε πως συμπεριφέρονται στο ταξίδι και στην πόλη, αφού η χρήση ελαστικών με τακούνια είναι μια επιλογή για τους ανήσυχους αναβάτες που θέλουν να εκμεταλλευτούν πλήρως τις δυνατότητες μιας πραγματικής Adventure.

Ξεκινώντας από το κέντρο της πόλης και βγαίνοντας προς τα έξω, αρχίζουν οι πρώτες διαπιστώσεις για την άγρια V-STROM, η οποία τελικά δεν είναι και τόσο άγρια, αφού είναι αρκετά φιλική και εύκολη στον χειρισμό. Αν εξαιρέσεις το μεγάλο ύψος σέλας, στα 855 χιλ. - το οποίο ίσως δυσκολέψει τον αναβάτη κάτω των 175 εκ. - το μεγάλο κόψιμο του τιμονιού, ο φανταστικός συμπλέκτης και το σύστημα της SUZUKI που βοηθά να μη σβήνει ο κινητήρας στις χαμηλές στροφές, σου χαρίζουν ξένοιαστες στιγμές στα λίγα χλμ, ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Το μικρό πλάτος και το ψηλά τοποθετημένο τιμόνι που περνά επάνω από τους καθρέπτες των αυτοκινήτων, κάνουν την V-STROM 800 DE μία αποτελεσματική μοτοσυκλέτα πόλης. Ο ελαστικός δικύλινδρος εν σειρά κινητήρας, γουργουρίζει ήρεμα χωρίς κραδασμούς και σκορτσαρίσματα στις χαμηλές στροφές, αλλά είναι έτοιμος να κάνει την έκπληξη μόλις ανοίξει ο δρόμος. Η ροπή των 8 Kgm στις 6.800 σ.α.λ. και η δύναμη των 83 ίππων στις 8.500 επιταχύνουν δυνατά τη σχετικά ελαφριά μοτοσυκλέτα των 230 κιλών και ποτέ δεν νιώθεις ότι σου λείπει το γκάζι, ιδίως όταν αναλογιστείς ότι η δύναμη παράγεται από 776 κυβ. εκ. Ο τρόπος απόδοσης διαφέρει αισθητά ανάλογα από τη ρύθμιση που έχεις επιλέξει στο Driving Mode, με τη θέση Α να έχει αμεσότερη απόκριση και να ανεβάζει πιο εύκολα στροφές με τη Β να έχει ομαλότερη απόκριση και τη C ακόμη περισσότερο. Η Α ενδείκνυται σε πιο σπορ καταστάσεις, ίσως σε καλή άσφαλτο με στροφές που ο αναβάτης θέλει να νιώσει τη δυνατή επιτάχυνση που παρέχει ο κινητήρας. Για ταξίδι ιδίως με 2 άτομα και γενικά για το σύνολο των περιπτώσεων η επιλογή του Β είναι η καλύτερη, ενώ σε βροχή και γλιστερές συνθήκες το C θα βοηθήσει.

Και μια που αναφερόμαστε στα ηλεκτρονικά βοηθήματα, αυτά αλλάζουν πανεύκολα ακόμη και εν κινήσει από το αριστερό χέρι. Εκτός από τον τρόπο απόδοσης, ρυθμίζεται το TC και το ABS. Το Traction Control, έχει ρυθμίσεις από το 1 έως το 3, με το 1 να είναι λιγότερο παρεμβατικό και το 3 να είναι πολύ. Υπάρχει η επιλογή G (Gravel) για το χώμα όπου παρεμβαίνει ακόμη λιγότερο και αφήνει μικρές πλαγιολισθήσεις, ενώ βέβαια απενεργοποιείται αν θέλεις και ο έλεγχος περνά στο χέρι του αναβάτη και μόνο. Αντίστοιχα το ABS έχει δύο θέσεις: 1 και 2, ενώ απενεργοποιείται στον πίσω τροχό για παιχνίδια το χώμα και πλασαρίσματα Super Moto για τους πιο προχωρημένους στην άσφαλτο. Όλα αυτά εμφανίζονται στο αντίστοιχο πεδίο στην ευανάγνωστη οθόνη TFT 5 ιντσών, μαζί με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ταξιδιού που εναλλάσσονται εύκολα από το αριστερό χειριστήριο. Αυτό που απουσιάζει είναι η δυνατότητα σύνδεσης της οθόνης με smartphone.

Η ώρα του ταξιδιού έφτασε και δεν δυσκολευτήκαμε να δέσουμε ένα μεγάλο μαλακό σάκο στη σχάρα και να τοποθετήσουμε ένα μαγνητικό tank bag στο ρεζερβουάρ. Σφίξιμο στην προφόρτιση του πίσω αμορτισέρ, η οποία γίνεται εύκολα με το χέρι από το αντίστοιχο περιστροφικό διακόπτη που βρίσκεται πίσω από το δεξί μαρσπιέ συνεπιβάτη και φύγαμε. Η θέση οδήγησης είναι άνετη με την ανατομική σέλα και το μεγάλο τιμόνι να δημιουργούν ξεκούραστες γωνίες στα άκρα και τον κορμό. Με το που περάσει το κοντέρ τα 100 χλμ/ώρα εμφανίζεται ο θόρυβος και ίσως λίγο κραδασμός από τα χωμάτινα ελαστικά. Η συμπεριφορά τους στην άσφαλτο είναι μια χαρά όσο κινείσαι σε νορμάλ ρυθμούς και δεν πιέζεις στις στροφές, που ούτως ή άλλως με δύο άτομα δεν έχεις βλέψεις για κάτι τέτοιο. Όσο τα χλμ ανεβαίνουν, ανεβαίνει και ο αεροδυναμικός θόρυβος αφού η μικρή ζελατίνα του φέριγκ δεν διώχνει τον αέρα πάνω από το κράνος. Στα πολλά χλμ/ώρα η μοτοσυκλέτα είναι βράχος και πουθενά δε νιώθεις ανασφάλεια ακόμη και κοντά στην τελική (γύρω στα 200 χλμ/ώρα) ακόμη και με τα χωμάτινα λάστιχα. Όσες ανωμαλίες και κακοτεχνίες συναντούν οι ρόδες της V-STROM αυτές δεν φθάνουν εύκολα στους αναβάτες, αφού οι αναρτήσεις κάνουν θαύματα ισοπεδώνοντας τα πάντα. Με σύμμαχο την καλοσχεδιασμένη σέλα που κρατά τους αναβάτες ξεκούραστους, τα χιλιόμετρα φεύγουν εύκολα και μαζί με τη μεγάλη αυτονομία, που προσφέρει το 20 λίτρων ρεζερβουάρ, θα αργήσει πολύ η στάση για ανεφοδιασμό. Συνήθως στην Εθνική θα σταματήσεις πιο σύντομα για ξεκούραση παρά για καύσιμο. Η κατανάλωση παρέμεινε χαμηλή σε όλο το ταξίδι που μετά από 1000+ χλμ, η μέτρηση έδειξε 5,2 lt/100 Km.

Το ταξίδι στην Εθνική δεν είναι το δυνατό σημείο της μοτοσυκλέτας λόγω της μικρής κάλυψης από τον αέρα, κάτι που λύνεται εν μέρει με τη μεγαλύτερη ζελατίνα που υπάρχει στα after market αξεσουάρ. Το μικρό μπροστινό τμήμα που φιλοξενεί τους δύο προβολείς δεν δημιουργεί μεγάλη επιφάνεια για να προστατέψει τον κορμό από τον αέρα. Δημιουργεί όμως μία σιλουέτα που υπόσχεται περιπέτεια και γενικά ο σχεδιασμός της είναι περισσότερο χωμάτινος. Με την ευκαιρία των χωμάτινων ελαστικών δεν χάσαμε την ευκαιρία να περιπλανηθούμε στους χωματόδρομους των Παξών, οι οποίοι είναι αρκετά δύσκολοι με φυτεμένες πέτρες και σκληρό χώμα. Εκεί εκτιμάς ακόμη περισσότερο τη μεγάλη διαδρομή των αναρτήσεων με τη σχετικά μαλακή ρύθμιση που περνά με άνεση ακόμη και από μεγάλες τρύπες ή πέτρες. Η ποδιά του κινητήρα και το προστατευτικό του ψυγείου είναι εκεί για να γλιτώσουν χτυπήματα από τις πέτρες και σύντομα η ευχαρίστηση ανεβαίνει. Το μεγάλο και ψηλό τιμόνι μαζί με τη λεπτή σιλουέτα της μοτοσυκλέτας βοηθάει στο να σηκωθείς όρθιος στα μαρσπιέ και να οδηγήσεις «χωμάτινα». Προσοχή θέλει στις επιτόπιες μανούβρες αφού το ύψος και το βάρος σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα, καθώς δεν πρόκειται για μικρή enduro, αλλά για μία μεγάλη μοτοσυκλέτα Adventure.


Γενικά στο χώμα ο χειρισμός της είναι εύκολος με το γραμμικό κινητήρα να βοηθά αλλά και να χαρίζει χαμόγελα όσο ανοίγει το γκάζι. Τα φρένα είναι προοδευτικά και δεν τρομάζουν και το μεγάλο «κόψιμο» του τιμονιού θα βοηθήσει στα δύσκολα περάσματα.

Γράφοντας χλμ και ώρες επάνω στη σέλα της DE, σε διαφορετικές συνθήκες και ζώντας μαζί της για 1 εβδομάδα, καταλαβαίνεις το χαρακτήρα της. Είναι μία μοτοσυκλέτα που σε κερδίζει στην πορεία. Δεν έχει τη μεγαλύτερη ιπποδύναμη της κατηγορίας, δεν είναι η πιο ελαφριά, δεν έχει το καλύτερο στρίψιμο, αφού η γεωμετρία της είναι αργή, αλλά σου αφήνει μία γλυκιά αίσθηση μετά από κάθε διαδρομή. Ο ροπάτος κινητήρας, οι καλές αναρτήσεις, η άνετη σέλα, η ποιότητα κατασκευής και γενικά η συμπεριφορά της σε κερδίζουν και σε προκαλούν να κάνεις πράγματα μαζί της. Είτε θα αφήσεις τα περισσότερο ασφάλτινα ελαστικά που έρχεται από το εργοστάσιο και θα αρχίσεις τις εξορμήσεις, ή θα της περάσεις κάποια χωμάτινα λάστιχα όπως αυτά της μοτοσυκλέτας του τεστ και θα αρχίσεις να ψάχνεις τα όρια της και τα δικά σου στο χώμα. Η τιμή της αυτή την περίοδο είναι χαμηλή καθώς απαιτούνται 10.895 € (από 11.595) για την απόκτησή της και σίγουρα θα μπει στο μάτι του αγοραστή της κατηγορίας.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ SUZUKI V-STROM 800 DE
Κινητήρας
Τύπος κινητήρα: Τετράχρονος, Δικύλινδρος σε σειρά με στρόφαλο 270ο , υγρόψυκτος, 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο,
Κυβισμός: 776 cc
Διαμέτρος x Διαδρομή: 84 χλστ. X 70 χλστ.
Συμπίεση: 12.8:1
Μέγιστη ισχύς: 83.1 hp / 8,500σ.α.λ.
Μέγιστη ροπή: 79 Νm / 6,800 σ.α.λ.
Σύστημα καυσίμου: Ηλεκτρονικός ψεκασμός PGM-FI
Σύστημα μετάδοσης: 6 ταχύτητες
Πλαίσιο: Ατσάλινο διπλό ανοικτό
Σύστημα μπροστινής ανάρτησης: Ανάποδο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa Ø 43mm, διαδρομής 220 χιλ., πλήρως ρυθμιζόμενο
Σύστημα πίσω ανάρτησης: Μονό αμορτισέρ Showa με μοχλικό Pro-Link, ρύθμιση προφόρτισης ελατηρίου / επαναφοράς, διαδρομής 220 χιλ.
Εμπρός φρένο: Δύο δίσκοι Ø 310mm, Nissin με 2πίστονες δαγκάνες
Πίσω φρένο: Δίσκος Ø 256mm, με δαγκάνα ενός εμβόλου
Εμπρός ελαστικό: 90/90 – R21
Πίσω ελαστικό: 150/70 - R17
Διαστάσεις
Ύψος σέλας: 855mm
Μεταξόνιο: 1,570mm
Rake: 28°
Ίχνος: 114mm
Βάρος (υγρό): 230kg
Χωρητικότητα Ρεζερβουάρ: 20 λίτρα


